ερεμνός

ἐρεμνός, -ή, -όν και ἐρεμναῑος, -η, -ον (Α)
1. ερεβώδης, μαύρος, ζοφερός, σκοτεινός
2. φρ. «ἐρεμνή φάτις» — σκοτεινή φήμη (Σοφ.)
3. (ειδ. για αίμα) μαύρος («ἐρεμνὸν αἶμ’ ἔδευσα», Σοφ.)
4. φοβερός, αποτρόπαιος, ολέθριος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. έρεβος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐρεμνός — murky masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεμνά — ἐρεμνός murky neut nom/voc/acc pl ἐρεμνά̱ , ἐρεμνός murky fem nom/voc/acc dual ἐρεμνά̱ , ἐρεμνός murky fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεμνῶν — ἐρεμνός murky fem gen pl ἐρεμνός murky masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεμνόν — ἐρεμνός murky masc acc sg ἐρεμνός murky neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεμναί — ἐρεμνός murky fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεμνοῦ — ἐρεμνός murky masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεμνούς — ἐρεμνός murky masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεμνᾶς — ἐρεμνός murky fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεμνῆς — ἐρεμνός murky fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεμνῇ — ἐρεμνός murky fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.